η ιστορία του νώντα

Yok Balik

Ο Νώντας ήτο ένας πτοχώς
πλην τίμιως αλιεφτής
μετά κόπων κε βασάνων
καθημερινώς πσαροκουβαλητής
«Καλό το πσάρι, βρε πατέρα»
του΄πε μια μέρα ο μικρός
«μα το εβαρέθη κι ο θεός»

Πολύ ο Νώντας εστενοχωρήθη,
το’χε κι αφτός πλέων μπουχτίσει
μα δεν ήκσερε άλλων τρόπω
την πολυπληθεί του οικογένεια να σιτίσει

Κάθισε το λοιπόν κε εσκέφθηκε,
εσκέφθηκε πολύ
μα καθώς δεν ήτο κε τζιμάνη
λύση δεν ήβρε
κε τον πήρε ο ύπνος μάνη-μάνη

Απεκοιμήθηκε λοιπόν εις την καρέκλα
Κε στον ύπνον του – ως εκ θαβματος –
Εμφανίσθη η θεία Θέκλα!
Ήτο εις την Πόλιν γεννημένη
Κε παρότη πεθαμένη, εφένετα καλοθρεμμένη

Νώντα, παιδή μου, του είπε, μη λυπάσαι
Λύση σου ήδρα την ώραν που κοιμάσε
Φθάσας εις τω περιγιάλην,
Κουβαλήσας τυλιγάδην
Πες τα λόγια που θα πώ,
Θα φωνάκσεις εις το κήμα
«Γιοκ Μπαλίκ» φοράς τρις
Κε παχηάς γουρουνοπούλας
Θα πσαρέβεις εφεκσίς

Τούτη ήτο η ιστορία
Του πτωχού πλην τήμιου Νώντα
Ποθ είχε θείαν εκ Βωσπώρου
Μα του έλιπαν τα φώντα

Αν σας ήρεσε, ορέα και τελιόμεν καλός
εαν όχη ελυπούμε, δυστηχώς και τραγικώς.
Διότη όσω θα μασάτε
εις τη μάπα θα τη φάτε
ντηπ υποχρεωτικός.~

… κε η ιστορία συνεχίζεται